Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η  Σ Τ Ο  Δ Ι Κ Α Ι Ο

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η  Σ Τ Ο  Δ Ι Κ Α Ι Ο

Α. ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Δ ί κ α ι ο είναι ένα σύνολο από κανόνες που ρυθμίζουν επιτακτικά τη συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία, την οργάνωση της κοινωνίας σε Κράτος και τέλος, ρυθμίζουν τη λειτουργία αυτής της κοινωνίας.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το Δίκαιο έχει ρυθμιστική λειτουργία.

Αν θελήσουμε να εμβαθύνουμε στην έννοια του δικαίου πρέπει να σημειώσουμε τα ακόλουθα.

Καταρχήν, το Δίκαιο ρυθμίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα στην κοινωνία και μάλιστα την εξωτερική συμπεριφορά. Δηλ. το Δίκαιο ρυθμίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις από τις οποίες μπορεί να προκύψει μια νομική διαφορά. Οι κανόνες δικαίου δεν συμπίπτουν με τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, ευπρέπειας, εθιμοτυπίας ακόμα και τους κανόνες της ηθικής. Δεν ασχολείται το Δίκαιο με τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ενδιαφέρεται για αυτόν (αντίθετα, το δίκαιο αξιολογεί εκφάνσεις του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου όπως την καλή πίστη, ή την υπαιτιότητα).

Το Δίκαιο ρυθμίζει και τη λειτουργία, όπως και την οργάνωση της κοινωνίας σε κράτος. Υπάρχουν κανόνες δικαίου που ρυθμίζουν τον τρόπο για παράδειγμα που απονέμεται η δικαιοσύνη ή τον τρόπο λειτουργίας της διοίκησης.

Η ρύθμιση γίνεται επιτακτικά, με υποχρεωτικό δηλ. τρόπο. Η συμμόρφωση στη ρύθμιση που ορίζει ο κανόνας δικαίου εξασφαλίζεται από τα αρμόδια όργανα της κρατικής εξουσίας (π.χ. επιβολή ποινής).

Η ρύθμιση επιβάλλεται στον άνθρωπο από μια εξουσία ή με κάποιους μηχανισμούς έξω από αυτόν (τον άνθρωπο ως μονάδα) και ανεξάρτητα από τη θέλησή του.

ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Οι κανόνες δικαίου περιέχονται στους νόμους και τα έθιμα. Αυτά δηλ. είναι οι πηγές του δικαίου. Άλλες πηγές του δικαίου είναι οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου και οι κανονισμοί του ευρωπαικού δικαίου.

Οι πηγές του δικαίου διακρίνονται σε α) πρωτογενείς και β) δευτερογενείς.

Πρωτογενείς πηγές του δικαίου είναι οι νόμοι, τα έθιμα, οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου κι οι κανονισμοί του ευρωπαικού δικαίου. Λέγονται έτσι γιατί αποτελούν τις μορφές με τις οποίες καθορίζονται και ισχύουν οι κανόνες δικαίου, π.χ. ένας κανόνας δικαίου παίρνει τη μορφή του ΝΟΜΟΥ και ισχύει ως τέτοιος.

Δευτερογενείς πηγές του δικαίου είναι τα χρηστά ήθη και τα συναλλακτικά ήθη, οι συλλογικές συμβάσεις κι οι διεθνείς συνθήκες και λέγονται έτσι γιατί σ’ αυτές παραπέμπουν οι πρωτογενείς πηγές του δικαίου. Από τις πηγές, εμείς θα εξετάσουμε τους νόμους και τα έθιμα.

Ο ΝΟΜΟΣ

ΤΥΠΙΚΟΣ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ:

Οι νόμοι διακρίνονται σε τυπικούς και ουσιαστικούς.

Τυπικός νόμος είναι αυτός που εκδίδεται και δημοσιεύεται κατά τη διαδικασία που ορίζει το Σύνταγμα.

Ουσιαστικός νόμος είναι η γραπτή πολιτειακή επιταγή που θεσπίζεται από τα αρμόδια κρατικά όργανα και περιέχει κανόνα δικαίου.

Ο τυπικός νόμος συχνότατα είναι και ουσιαστικός – υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που ο τυπικός νόμος δεν περιέχει κανόνα δικαίου π.χ. ο προυπολογισμός του κράτους που ρυθμίζει την οικονομία μιας χώρας αλλά δεν περιέχει κανόνα δικαίου κι επομένως, δεν είναι ουσιαστικός.

Πηγή δικαίου είναι μόνο ο ουσιαστικός νόμος γιατί αυτός περιέχει κανόνα δικαίου. Ουσιαστικοί νόμοι είναι το Σύνταγμα, οι διοικητικές πράξεις, τα νομοθετικά μέτρα του Προέδρου της Δημοκρατίας κλπ.

ΙΣΧΥΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ

Κάθε νόμος ισχύει ως ρύθμιση από τη στιγμή της θέσπισής του και μετά. Η τυπική ισχύς του νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως ενώ η ουσιαστική του ισχύς 10 ημέρες μετά τη δημοσίευση στην εφημερίδα της κυβερνήσεως., εκτός αν ο ίδιος ο νόμος ορίζει διαφορετικά ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος του.

Ο νόμος φέρει τα αποτελέσματά του για το μέλλον, δεν έχει δηλ. αναδρομική δύναμη. Με πιο απλά λόγια, ο νόμος δεν εφαρμόζεται σε σχέσεις που είχαν δημιουργηθεί πριν αυτός ισχύσει. Ο νομοθέτης όμως είναι ελεύθερος να δώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ.

ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ

Ο νόμος διατηρεί την ισχύ του μέχρις ότου άλλος νόμος τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά. Ο νόμος δηλ. μπορεί να καταργηθεί με άλλο μεταγενέστερο νόμο. Η κατάργηση μπορεί να είναι είτε ρητή δηλ. ο νέος νόμος αναφέρει ότι καταργείται ο προηγούμενος είτε σιωπηρά δηλ. δεν αναφέρει ο νέος νόμος ότι καταργεί τον προηγούμενο αλλά το καταλαβαίνουμε από το περιεχόμενό του γιατί ρυθμίζει κάτι διαφορετικό ή αντίθετο με τον παλαιό

ΕΘΙΜΟ

Το έθιμο είναι ένας άγραφος κανόνας δικαίου ο οποίος δημιουργείται με μακρά, ασταμάτητη κι ομοιόμορφη τήρηση μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς από τα μέλη μιας κοινωνίας με την πεποίθηση ότι, τηρώντας τη συμπεριφορά αυτή, εφαρμόζουν έναν κανόνα δικαίου.

Οι προυποθέσεις δημιουργίας εθίμου είναι :

Α) μακρά, ασταμάτητη κι ομοιόμορφη άσκηση μιας ορισμένης συμπεριφοράς των μελών μιας κοινωνίας δηλ. μια κατηγορία ανθρώπων π.χ. έμποροι, ή τα μέλη μιας τοπικής κοινωνίας, ή η κοινωνία μιας ολόκληρης χώρας εκδηλώνουν την ίδια συμπεριφορά για μακρύ χρονικό διάστημα και μάλιστα χωρίς διακοπή

Β) Η πίστη, η πεποίθηση ότι με το να τηρούν την συμπεριφορά αυτή εφαρμόζουν κανόνα δικαίου. Πρέπει δηλ. να έχουν τη συνείδηση ότι η τήρηση της συμπεριφοράς αυτής είναι υποχρεωτική για όλους κι ότι η παραβίαση αυτής της συμπεριφοράς θα φέρει νομικές κυρώσεις.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *