ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Με τον όρο εγκληματικότητα εννοείται το σύνολο των εγκλημάτων που διαπράττονται σε ορισμένη τοπικά και χρονικά κοινωνική ομάδα.

Άρα, η έννοια της εγκληματικότητας απαρτίζεται από δύο συστατικά στοιχεία (:κοινωνική ομάδα και έγκλημα) και δύο προσδιοριστικούς όρους (:τόπος και χρόνος).

Ως κοινωνική ομάδα λαμβάνεται το σύνολο του πληθυσμού μιας πολιτείας (π.χ. η εγκληματικότητα στην Ελλάδα, στη Γαλλία κλπ). Αυτό γίνεται, επειδή μια τέτοια κοινωνική ομάδα διέπεται από την ίδια ποινική νομοθεσία.

Η εγκληματικότητα του πληθυσμού μιας χώρας προσδιορίζεται χρονικά στο διάστημα ενός ημερολογιακού χρόνου. Ο υπολογισμός σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, δημιουργεί πρόβλημα λόγω της πιθανής μεταβολής της νομοθεσίας, των κοινωνικών συνθηκών, των ηθών, των αντιλήψεων, αλλά ακόμη και για καθαρά τεχνικούς λόγους, όπως είναι η καθιερωμένη σύνταξη των στατιστικών πινάκων κατά έτος για κάθε άλλον τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Τα ανωτέρω έχουν σημασία προκειμένου να προσδιοριστεί το στοιχείο του εγκλήματος ως δευτέρου συστατικού της έννοιας της εγκληματικότητας. Έτσι, για τον προσδιορισμό της έννοιας της εγκληματικότητας, το έγκλημα δεν μπορεί να μπορεί να λαμβάνεται με την τοπικά και χρονικά περιορισμένη μορφή του νομικού εγκλήματος του παρόντος, αλλά όπως η έννοια γίνεται παραδεκτή στους διάφορους χρόνους ή τόπους των οποίων η εγκληματικότητα μπορεί να υπολογιστεί. Έτσι, π.χ. αν επιχειρηθεί σύγκριση της εγκληματικότητας σε δύο διαδοχικά χρονικά διαστήματα σε μία πολιτεία, για πράξεις που ήταν εγκλήματα στη μία μόνον από αυτές (λ.χ. εγκλήματα που αποποινικοποιήθηκαν κατά τη δεύτερη περίοδο ή πράξεις όχι εγκληματικές στην πρώτη περίοδο που ποινικοποιήθηκαν στη δεύτερη περίοδο).

Καταρχήν τόσο το έγκλημα όσο και η εγκληματικότητα είναι κοινωνικά φαινόμενα, με την έννοια ότι εμφανίζονται και επηρεάζουν τη δραστηριότητα και τις σχέσεις περισσοτέρων ατόμων που ζουν σε ορισμένη κοινωνία. Ενώ όμως το έγκλημα συνάπτεται προς ορισμένο τρόπο κοινωνικής διαβίωσης και προς συναφείς προς αυτό αντιλήψεις, η εγκληματικότητα είναι εντελώς άσχετη από αυτές, διότι στερείται «ατομικού» χαρακτήρα και δεν είναι παρά ένα στατιστικό μέγεθος.

Συνέπειες των ανωτέρω είναι ότι: α) ενώ το έγκλημα είναι δυνατόν να εμφανιστεί και να μην εμφανιστεί στη διαδρομή της ζωής ενός ανθρώπου, η εγκληματικότητα αποτελούσε πάντα και αποτελεί μια «κατάσταση» που μόνιμα και σταθερά συναντάται σε κάθε κοινωνία, β) ενώ είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να διέπραξε ένα έγκλημα να μετανοήσει, να αλλάξει τρόπο ζωής και να γίνει στο εξής «νομοταγής» πολίτης, σε καμία κοινωνία οποιασδήποτε εποχής δεν είναι γνωστό να συνέβηκε κάτι παρόμοιο, γ) οι μέθοδοι έρευνας και μελέτης των εν λόγω δύο φαινομένων είναι εντελώς διαφορετικές: δεδομένο έγκλημα, ως συγκεκριμένη εκδήλωση συμπεριφοράς ενός ατόμου, μελετάται κυρίως με μεθόδους που αποσκοπούν και κατευθύνονται στη διερεύνηση της προσωπικότητας του και του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζει. (π.χ. ψυχολογική ή ψυχιατρική εξέτασή του, κοινωνικά έρευνα των συνθηκών διαβίωσής του κλπ), η εγκληματικότητα, ως σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο, μελετάται κυρίως με κοινωνιολογικές μεθόδους (λ.χ. με την εγκληματολογική στατιστική, με ερωτηματολόγια, συνεντεύξεις κ.α).

Διακρίσεις της εγκληματικότητας

Ανάλογα με τη δυνατότητα να υπολογιστεί και να μετρηθεί ή όχι, η συνόλη εγκληματικότητα διακρίνεται σε δύο τμήματα: α) το τμήμα της εκείνο που είναι δυνατό να μετρηθεί αποτελεί την εμφανή εγκληματικότητα, β) το υπόλοιπο τμήμα της αποτελεί την αποκαλούμενη αφανή ή λανθάνουσα εγκληματικότητα.

Εμφανής εγκληματικότητα ονομάζεται εκείνο το τμήμα της, η έκταση του οποίου υπολογίζεται με την εγκληματολογική στατιστική. Δεδομένου ότι αυτή συντάσσεται είτε βάσει στατιστικών στοιχείων από την κίνηση των ποινικών δικαστηρίων είτε βάσει αναλόγων στοιχείων από τη δραστηριότητα της αστυνομίας, η εμφανής εγκληματικότητα διακρίνεται σε δικαστικά διαπιστούμενη και σε δήλη εγκληματικότητα.

Η δικαστική διαπιστούμενη εγκληματικότητα περιλαμβάνει όλα εκείνα τα εγκλήματα, οι δράστες των οποίων παραπέμφθηκαν σε ποινικά δικαστήρια και μετά τη διαπίστωση της διάπραξης του εγκλήματος υποβλήθηκαν σε ποινές, μέτρα ασφαλείας, αναμορφωτικά μέτρα (ανήλικοι).

Ειδικά στην Ελλάδα, εκδίδεται ειδικό στατιστικό τεύχος από την Ε.Σ.Υ.Ε που φέρει τον τίτλο «Στατιστική της Δικαιοσύνης – Πολιτικής Δικαιοσύνης, Εγκληματολογικής και Σωφρονιστικής, Έτους…..».

Καταρχήν εκεί καταχωρούνται όλες οι περιπτώσεις των ατόμων εκείνων τα οποία κατά τη διάρκεια του (αντίστοιχου) έτους καταδικάστηκαν τελεσίδικα για κακούργημα ή πλημμέλημα. Σε ειδικούς πίνακες δίνονται πληροφορίες για τις περιπτώσεις αυτές κατά κατηγορίες εγκλημάτων, κατά είδος ποινής που επιβλήθηκε, κατά γεωγραφικό διαμέρισμα διάπραξης του εγκλήματος και κατά τα ατομικά γνωρίσματα των ατόμων που καταδικάστηκαν (ηλικία, φύλο, κατοικία, οικογενειακή κατάσταση, μόρφωση, επάγγελμα).

Ως μονάδα υπολογισμού για τη σύνταξη των στατιστικών λαμβάνεται η ατομική καταδίκη, γεγονός που σημαίνει ότι αλλεπάλληλες τελεσίδικες καταδίκες του ίδιου ατόμου για διάφορα εγκλήματα υπολογίζονται όλες χωριστά, περισσότερα από ένα εγκλήματα του ίδιου ατόμου για τα οποία επιβάλλεται τελικά μία ποινή κατά συγχώνευση ή συνολική ποινή (συρροή εγκλημάτων) υπολογίζονται ως ένα έγκλημα. Αντίθετα όταν περισσότερα άτομα καταδικαστούν ως συμμέτοχοι στο ίδιο έγκλημα η καταδίκη του καθενός υπολογίζεται χωριστά, σαν να πρόκειται για ξεχωριστό έγκλημα.

Στους ειδικούς πίνακες που αναφέρονται στους υπότροπους εγκληματίες, κριτήριο αποτελεί η κοινωνική υποτροπή. Δηλαδή, χαρακτηρίζεται ως υπότροπο το άτομο, το οποίο καταδικάζεται για κακούργημα ή πλημμέλημα και το οποίο έχει εκτίσει οποτεδήποτε στο παρελθόν ποινή για κακούργημα ή πλημμέλημα.

Η μέθοδος καταγραφής της εμφανούς εγκληματικότητας είναι οι γραμματείς των δικαστηρίων να συμπληρώνουν για κάθε άτομο, ένα ειδικό «στατιστικό δελτίο καταδικασθέντος», όπου καταχωρούνται τα ατομικά χαρακτηριστικά του ατόμου, το είδος, ο τόπος και ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος, το είδος της ποινικής κύρωσης και η τυχόν αναστολή ή μετατροπή της.

Όλη η ανωτέρω εγκληματικότητα περιλαμβάνει ένα τμήμα μόνο της συνολικής εγκληματικότητας, καθώς ένας μεγάλος αριθμός εγκλημάτων δεν φέρεται προς εκδίκαση στα δικαστήρια (λόγω ανάκλησης έγκλησης από το θύμα, έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων κλπ) ή διότι το ποινικό δικαστήριο δεν φτάνει πάντοτε σε καταδικαστική απόφαση για λόγους που αποκλείουν το αξιόποινο (λ.χ. παραγραφή) ή τον καταλογισμό (λ.χ. ψυχική διαταραχή του δράστη).

Η δήλη εγκληματικότητα

Υπολογίζεται η έκταση της εγκληματικότητας από την προσφυγή στη στατιστική της αστυνομίας. Περιλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες καταγγέλθηκε ή με άλλο τρόπο διαπιστώθηκε η «τέλεση» του εγκλήματος (λ.χ. σε περίπτωση που βρίσκεται ένα άγνωστο πτώμα ή ένα έκθετο μωρό κλπ). Η μέτρηση γίνεται σε ένα προδικαστικό στάδιο, χωρίς να ενδιαφέρει η παραπέρα τύχη και κατάληξη των καθέκαστα περιπτώσεων. Περιλαμβάνει όχι την κάθε αδικοπραξία αλλά μόνο εκείνες που στις διωκτικές αρχές φέρονται ως εγκλήματα.

Η δήλη εγκληματικότητα παρουσιάζει το εξής μειονέκτημα: εμφανίζει ως «εγκλήματα» όλες τις περιπτώσεις που περιλαμβάνει, ενώ πολλές από αυτές δεν αποτελούν εγκλήματα αλλά είναι αναληθείς ή ψευδείς ειδήσεις, ατυχήματα που εκλαμβάνονται ως εγκλήματα κλπ.

Η αφανής εγκληματικότητα

Τμήμα που περιλαμβάνει όλα εκείνα τα εγκλήματα που δεν αποκαλύπτονται ή δεν καταγγέλλονται και συνεπώς δεν εμφανίζονται σε οποιαδήποτε επίσημα αρχεία ή στατιστική. Η έκτασή τους είναι εντελώς άγνωστη και υπολογίζεται συνήθως στο 80% του συνόλου της εγκληματικότητας.

Πραγματοποιείται με την έρευνα μέσω γραπτού ερωτηματολογίου, αλλά και τη μέθοδο της προφορικής εξέτασης με ερωταποκρίσεις, καθώς και τη χρησιμοποίηση ερωτηματολογίου όχι προς τους δράστες αλλά προς τα θύματα των εγκλημάτων.

Πάντως υπάρχει πρόβλημα της μεθόδου που έγκειται ως προς την αξιοπιστία των απαντήσεων που δίνουν οι ερωτώμενοι.

Εντούτοις, η συμβολή της αφανούς εγκληματικότητας υπήρξε θετική, καθώς: α) καθιερώθηκε ως μέθοδος της έρευνας η χρησιμοποίηση των ερωτηματολογίων και η προσφυγή σε προσωπική εξέταση με ερωταποκρίσεις (ο εξεταζόμενος καλυπτόμενος πίσω από την ανωνυμία, εξηγεί τις αιτίες, τις αφορμές και τον τρόπο ενέργειας κλπ, ώστε ο ερευνητής έρχεται σε άμεση επαφή με μια καθαρά υποκειμενική πλευρά του εγκληματία και του εγκλήματος), β) έγινε δυνατή η διερεύνηση των αιτίων, για τα οποία ορισμένα εγκλήματα δεν καταγγέλλονται στις αρμόδιες αρχές, γ) ανοίχτηκαν νέοι δρόμοι στην εγκληματολογική θεωρία της αιτιολογίας του εγκλήματος και της αξίας της εγκληματολογική στατιστικής.

Η οικονομία της εγκληματικότητας

Μια ανάλυση του κόστους του εγκλήματος για συγκεκριμένη πολιτεία δείχνει ότι τούτο περιλαμβάνει: α) τις βλάβες που άμεσα προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο η τέλεση των εγκλημάτων, π.χ. η απώλεια ανθρωπίνων ζωών, οι σωματικές βλάβες κλπ, β) τις δαπάνες που απαιτούνται για συντήρηση και λειτουργία του αντεγκληματικού μηχανισμού, δηλαδή τις απολαβές των ατόμων που απασχολούνται με εργασίες – επαγγέλματα όπως π.χ. κλειδαράδες, νυχτοφύλακες, αστυνομικούς, δικαστές, δικηγόρους, όπως επίσης και τα έξοδα για την ίδρυση, συντήρηση και λειτουργία μιας αλυσίδας κτιριακών εγκαταστάσεων για αστυνομικά, δικαστικά, σωφρονιστικά κ.α καταστήματα με το συναφή εξοπλισμό τους.

Η πρόγνωση της εγκληματικότητας

Παρουσιάστηκε η θεωρία για τη «σταθερή σχέση της εγκληματικότητας προς τα λοιπά κοινωνικά φαινόμενα», σύμφωνα με την οποία αν μπορούμε να προβλέψουμε τη μελλοντική εξέλιξη των λοιπών κοινωνικών φαινομένων, θα μπορούσε να γίνει δυνατή η πρόγνωση της εξέλιξης της εγκληματικότητας για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα.

Παρουσιάζεται επίσης η θεωρία της «κεντρικής ιδέας ή υπόθεσης στην οποία στηρίζεται η πρόγνωση της μελλοντικής εξέλιξης της εγκληματικότητας», σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη αυτή της εγκληματικότητας, θα ακολουθήσει στο μέλλον την τάση που δείχνει στο πρόσφατο παρελθόν και στο παρόν. Εφόσον ο βαθμός και η έκταση της επίδρασης αυτής είναι περίπου γνωστά και εφόσον μπορεί να προβλεφθεί η μελλοντική εξέλιξη του συγκεκριμένου παράγοντα, είναι λογικό να εμφανίζεται δυνατή η πρόβλεψη της μελλοντικής ροπής της εγκληματικότητας, που οφείλεται στη δράση αυτού του παράγοντα. Η συνισταμένη των ροπών των διαφόρων παραγόντων της εγκληματικότητας διαγράφει – πάντα με πιθανότητες – τη μελλοντική καμπύλη της. Ταυτόχρονα, πρέπει να ερευνάται η πρόγνωση της μελλοντικής εξέλιξης του συγκεκριμένου πληθυσμού κατά φύλο, ηλικία και τόπο κατοικίας, με βάση τους συντελεστές γεννήσεων, θνησιμότητας και διακίνησης πληθυσμού. Πρέπει επίσης, να ερευνάται ο βαθμός της ανασταλτικής επίδρασης όλων εκείνων των γενικότερων ή ειδικότερων παραγόντων που εξουδετερώνουν ή περιορίζουν τη δράση των προηγούμενων (λ.χ. εκφοβιστική επίδραση της ποινής, έκταση αστυνομικής επιχείρησης κλπ). Πρέπει επίσης, να συντρέχουν δύο βασικές προϋποθέσεις: α) η ύπαρξη καλά οργανωμένης και λεπτομερειακής στατιστικής και β) ότι δεν θα συμβούν εξαιρετικά γεγονότα ή κοινωνικές μεταβολές τέτοιας έκτασης που να μπορούν να επηρεάσουν την καμπύλη της εγκληματικότητας.

Η μέθοδος που ακολουθείται προκειμένου να γίνει πρόγνωση της μελλοντικής εξέλιξης της εγκληματικότητας, είναι αυτή που τηρείται και στη δημογραφία. Ειδικότερα: προσδιορίζεται η περίοδος που θα αφορά η πρόγνωση, τα ενδιάμεσα χρονικά σημεία, για τα οποία θα επιχειρηθεί επίσης πρόγνωση και η επαλήθευση της πρόγνωσης κατά τα ενδιάμεσα αυτά σημεία. Προσδιορίζεται η περίοδος από τη μελέτη της οποίας θα επιχειρηθεί η πρόγνωση και το έτος που διαχωρίζει τις δύο περιόδους. Τέλος, προσδιορίζονται οι παράγοντες πρόγνωσης, δηλαδή τα στοιχεία που πρέπει να μελετηθούν ειδικότερα για να θεμελιωθεί η πρόγνωση.

Η σκοπιμότητα της πρόγνωσης της μελλοντικής εξέλιξης της εγκληματικότητας είναι προφανής. Με αυτήν επιδιώκεται η έγκαιρη προετοιμασία, η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών και η λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης που αναμένεται με μεγάλη πιθανότητα. Έτσι, μόλις εμφανίζονται οι οποιεσδήποτε ανάγκες ή προβλήματα, θα υπάρχουν τα απαιτούμενα για την αντιμετώπισή τους μέσα και οργάνωση. Οι ειδικότεροι τομείς στους οποίους μπορεί να χρησιμεύσει η πρόγνωση της μελλοντικής εγκληματικότητας είναι: α) η οργάνωση, διάρθρωση και κατανομή της δύναμης προς δίωξη του εγκλήματος, β) η κατάλληλη διάρθρωση της δύναμης των δικαστηρίων με διαφορετική κατανομή ή πρόσληψη δικαστικών λειτουργών και λοιπού προσωπικού, γ) η ίδρυση νέων σωφρονιστικών καταστημάτων, η εκπαίδευση αναγκαίου προσωπικού τους, δ) η έγκαιρη εξεύρεση οικονομικών πόρων για την κάλυψη των πιο πάνω αναγκών.

Από καθαρά θεωρητική άποψη, η συμβολή της πρόγνωσης της μελλοντικής εξέλιξης της εγκληματικότητας, είναι πολύ μεγάλη, καθώς από την επιτυχία της είναι δυνατόν να εκτιμηθεί κατά πόσο συμβάλλει κάθε ένας από τους παράγοντες εκείνους, που θεωρούνται αίτια της εγκληματικότητας και στους οποίους στηρίζεται η πρόγνωση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *