ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥ

  • 0

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥ

Ερμηνεία των κανόνων δικαίου είναι η εργασία η οποία μας διευκολύνει να κατανοούμε το νόημα των κανόνων δικαίου. Δεν πρέπει να παίρνουμε ως δεδομένο το περιεχόμενο κάθε κανόνα δικαίου. Για να εφαρμοστεί ένας κανόνας δικαίου πρέπει να έχουμε καταλάβει πλήρως ποιό σκοπό εξυπηρετεί, τι θέλει να ρυθμίσει κλπ.

Ένα πρώτο σημείο αναφοράς είναι το γλωσσικό, το γράμμα, όπως λέμε, του κανόνα δικαίου. Ξεκινάμε δηλ. να ερμηνεύσουμε τον κανόνα δικαίου από το γράμμα της διάταξης, το κείμενο του νόμου, τις λέξεις που χρησιμοποιεί. Μ’ αυτήν (τη λεγόμενη γραμματική ερμηνεία) κατανοούμε τις ασάφειες του κειμένου ή αποκωδικοποιούμε τη σημασία μιας λέξης ή μιας νομικής έκφρασης.

Ένα δεύτερο σημείο αναφοράς είναι ο σκοπός του κανόνα δικαίου που μας προσφέρει η λεγόμενη τελολογική ερμηνεία, (από τη λέξη ‘τέλος’ που θα πει σκοπός). Αν κατανοήσουμε το σκοπό κάθε κανόνα δικαίου, πλησιάζουμε έτσι να καταλάβουμε και τον απώτερο σκοπό που ο νομοθέτης θέλησε να εξυπηρετήσει και γι΄ αυτό θέσπισε τον κανόνα δικαίου.

Βέβαια ο σκοπός του κανόνα δικαίου δεν είναι ανεξάρτητος ούτε απομονωμένος αλλά βρίσκεται σε στενή συνάρτηση με άλλους σκοπούς. Με τη λεγόμενη συστηματική ερμηνεία κατανοούμε με ποιούς άλλους κανόνες δικαίου βρίσκεται σε συνοχή και ενότητα ο κανόνας που ερμηνεύουμε, π.χ. ένας κανόνας δικαίου που αφορά το γάμο συνδέεται άμεσα με άλλους κανόνες δικαίου οι οποίοι ρυθμίζουν τις οικογενειακές σχέσεις.

Η ερμηνεία μπορεί να είναι ιστορική. Εδώ πρέπει να ερευνήσουμε τί είχε στο μυαλό του ο νομοθέτης, ποιά πρότυπα (ξένα δίκαια, παλαιότερο δίκαιο) χρησιμοποίησε, ποιές συνθήκες ή αναγκαιότητες της ζωής τον οδήγησαν να θεσπίσει τον κανόνα, π.χ. η θέσπιση του κανόνα δικαίου για τον πολιτικό γάμο ήταν μια κοινωνική αναγκαιότητα

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η ερμηνεία ενός κανόνα δικαίου μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το γράμμα του νόμου (οι λέξεις δηλ. με τις οποίες εμφανίζεται ο κανόνας δικαίου) έχει ευρύτερη ή στενότερη διατύπωση από το πνεύμα του νόμου (από το σκοπό του νομοθέτη). Το χάσμα αυτό μεταξύ γράμματος και πνεύματος του νόμου το λέμε κενό κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου. Στις περιπτώσεις αυτές διορθώνεται ερμηνευτικά το γράμμα του νόμου με τη λεγόμενη συσταλτική ή διασταλτική ερμηνεία.

Συσταλτική ερμηνεία έχουμε όταν περιορίζουμε το γράμμα του νόμου σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις και διασταλτική όταν το γράμμα του νόμου καλύπτει λιγότερες περιπτώσεις από αυτές που έπρεπε κατά το πνεύμα του νόμου, π.χ. με τη λέξη πρόσωπο ένας κανόνας δικαίου μπορεί να εννοεί μόνο τους εμπόρους, κάνουμε δηλ. συσταλτική ερμηνεία.

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

Δικαίωμα είναι η εξουσία που δίνεται από το Δίκαιο στο πρόσωπο για να ικανοποιεί τα έννομα συμφέροντά του. Συχνά από το ίδιο δικαίωμα απορρέουν περισσότερες εξουσίες. Αυτές οι εξουσίες δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά συνιστούν το περιεχόμενο του ενός αυτού δικαιώματος. (π.χ. οι εξουσίες που απορρέουν από το δικαίωμα της κυριότητας).

ΚΤΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ:

Ένα δικαίωμα το αποκτάμε:

α) είτε με δικαιοπραξία ή από το νόμο.

Υπάρχουν δικαιώματα που αποκτώνται με την κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας, π.χ. κτήση κινητού με σύμβαση, όπως αγοράζω ένα αυτοκίνητο και άλλα που αποκτώνται απευθείας από το νόμο, π.χ. γίνεται κύριος όποιος παίρνει δικό του αδέσποτο (παρατημένο δηλ. ) κινητό πράγμα.

β) με παράγωγη ή με πρωτότυπη κτήση.

Παράγωγη κτήση έχουμε όταν το δικαίωμα μεταφέρεται για κάποιο νομικό λόγο από το δικαιοπάροχο (είναι αυτός που δίνει το δικαίωμα) στο δικαιοδόχο, δηλ. αυτόν που δέχεται το δικαίωμα. Το δικαίωμα που αποκτά ο δικαιοδόχος στηρίζεται στο δικαίωμα που είχε ο πρώτος, π.χ. μεταβίβαση κυριότητας, δηλ. ο κύριος μεταβιβάζει την κυριότητα πράγματος σ’ αυτόν που αποκτά.

Πρωτότυπη κτήση έχουμε είτε όταν αποκτάται ένα δικαίωμα σε πράγμα στο οποίο δεν υπήρχε κανένα άλλο δικαίωμα, π.χ. κτήση αδεσπότου πράγματος ή όταν υπάρχει ένα δικαίωμα αλλά χάνεται και στη θέση του δημιουργείται άλλο που δεν έχει σχέση με το προηγούμενο, π.χ. καταπάτηση ακινήτου.

ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

Κάθε δικαίωμα ασκείται από το δικαιούχο του με διάφορες ενέργειες οι οποίες ανταποκρίνονται στο περιεχόμενό του και στο σκοπό του. Π.χ. ο κύριος ενός σπιτιού κατοικεί σε αυτό ή το εκμισθώνει σε άλλον. Αυτό αποτελεί άσκηση του δικαιώματος της κυριότητας η οποία μάλιστα γίνεται με θετικές ενέργειες.

Σε περίπτωση που κάποιος προσβάλλει το δικαίωμα της κυριότητας, τότε ο δικαιούχος θα αποκρούσει τον προσβολέα.

Και σε περίπτωση που ο κύριος του σπιτιού θέλει να το πουλήσει η άσκηση του δικαιώματος γίνεται με ενέργειες που προβαίνουν σε διάθεση του δικαιώματος.

ΑΠΩΛΕΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ:

Απώλεια δικαιώματος έχουμε όταν κόβεται ο δεσμός του προσώπου με το δικαίωμα. Πρακτικά αυτό συμβαίνει όταν καταργείται το ίδιο το δικαίωμα που μπορεί να οφείλεται ή όχι στη θέληση του δικαιούχου ή σε άλλα γεγονότα ή όταν αλλάζει ο φορέας του δικαιώματος. Η απώλεια μπορεί να είναι ολική ή μερική.

Παραδείγματα:

1. Συστήνω επικαρπία σε ένα σπίτι μου, έτσι παραιτούμαι εγώ η ίδια από το δικαίωμα επικαρπίας, εκμετάλλευσης του σπιτιού μου και το δίνω σε κάποιον άλλον, π.χ. στην κόρη μου.

2. Λήγει η διάρκεια της επικαρπίας, καταργείται συνεπώς το ίδιο το δικαίωμα λόγω της έλευσης του χρόνου.

3. Πεθαίνει ο πατέρας μου και το σπίτι του το παίρνουν οι κληρονόμοι του. Εδώ διαδέχονται τον πατέρα (φορέα του δικαιώματος) οι κληρονόμοι.

ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

Το δικαίωμα εξυπηρετεί ένα σκοπό κι έχει μια ορισμένη λειτουργία μέσα στην έννομη τάξη. Αν ο δικαιούχος χρησιμοποιήσει το δικαίωμα για άλλους σκοπούς, όταν δηλ. ξεπεράσει τα όρια λέμε ότι έχουμε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος.

Στον Α.Κ. ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΚ. 281), π.χ. καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη όταν γίνεται για λόγους εκδίκησης ή εκφοβισμού των εργαζομένων.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Τα δικαιώματα διακρίνονται

  1. Ανάλογα με την εξουσία που δίνουν σε εξουσιαστικά και διαπλαστικά:

Εξουσιαστικά είναι τα δικαιώματα που παρέχουν εξουσία στο δικαιούχο πάνω σε πράγμα ή εξουσία να επεμβαίνει στη σφαίρα άλλου προσώπου. Τα εξουσιαστικά δικαιώματα διακρίνονται σε: απόλυτα και σχετικά

Απόλυτα είναι αυτά που τάσσονται έναντι όλων και πρέπει να είναι σεβαστά από όλους., π.χ. το δικαίωμα της προσωπικότητας.

Σχετικά είναι αυτά που στρέφονται κατά συγκεκριμένου προσώπου, π.χ. ο εκμισθωτής δικαιούται να ζητήσει το μίσθωμα μόνο από το μισθωτή.

Διαπλαστικά είναι τα δικαιώματα που με την άσκησή τους δημιουργούν μια έννομη σχέση μεταξύ του δικαιούχου και άλλου προσώπου, π.χ. η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργαζόμενο κατά του εργοδότη.

Τα διαπλαστικά διακρίνονται σε α) Προσωποπαγή: συνδέονται άρρηκτα με το πρόσωπο του δικαιούχου (π.χ. δικαίωμα διάζευξης) και β) Μη προσωποπαγή περιουσιακής δηλ. φύσης δικαιώματα που διακρίνονται σε:

Αυτοτελή (υπάρχουν ανεξάρτητα από προυφιστάμενη έννομη σχέση) και μη αυτοτελή (που συνδέονται με μια έννομη σχέση ή κατάσταση).

2. Ανάλογα με το κάθε ειδικό τμήμα του αστικού δικαίου

σε ενοχικά, εμπράγματα, οικογενειακά και κληρονομικά.

Ενοχικά είναι τα δικαιώματα που προυποθέτουν την ύπαρξη μιας ενοχικής σχέσης, όπου δηλ. ένα πρόσωπο έχει υποχρέωση σε παροχή σε ένα άλλο, π.χ. στην πώληση ο πωλητής έχει υποχρέωση να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει υποχρέωση να δώσει το τίμημα. Και οι δυο έχουν υποχρέωση να δώσουν κάτι.

Εμπράγματα είναι αυτά που δίνουν άμεση κι απόλυτη εξουσία πάνω σε πράγματα.

Οικογενειακά είναι αυτά που δημιουργούνται μέσα στο πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων.

Κληρονομικά είναι τα δικαιώματα επί της κληρονομικής περιουσίας προσώπου που πέθανε.

3. Ανάλογα με το χαρακτήρα τους,

διακρίνονται σε περιουσιακά, προσωπικά και μικτά .

Τα περιουσιακά δικαιώματα έχουν οικονομικό χαρακτήρα και τέτοια είναι τα εμπράγματα, τα περισσότερα ενοχικά και τα κληρονομικά.

Τα προσωπικά ή μη περιουσιακά εξυπηρετούν ένα ηθικό συμφέρον.

Μια υποδιαίρεση των προσωπικών δικαιωμάτων είναι τα λειτουργικά δικαιώματα των οποίων το περιεχόμενο συνίσταται σε εξουσία και καθήκον μαζί, π.χ. γονική μέριμνα, είναι και δικαίωμα και καθήκον των γονέων.

Τα μικτά έχουν δηλ. και προσωπικό και περιουσιακό χαρακτήρα, π.χ. τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Υπάρχουν επίσης τα πλήρη δικαιώματα και τα δικαιώματα προσδοκίας. Πλήρη είναι τα δικαιώματα όταν έχουν συμπληρωθεί όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη δημιουργία του.

Αν δεν έχουν συμπληρωθεί τότε το δικαίωμα βρίσκεται σε μετέωρη κατάσταση και λέμε ότι υπάρχει δικαίωμα προσδοκίας. Είναι δηλ. δικαίωμα προσδοκίας το δικαίωμα που τελεί σε προθεσμία ή σε αίρεση, π.χ. το δικαίωμα του αγοραστή σε περίπτωση παρακράτησης της κυριότητας μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος.

Αυθύπαρκτα και παρεπόμενα δικαιώματα: Τα πρώτα είναι τα δικαιώματα που υπάρχουν αυτοτελώς, π.χ. κυριότητα και παρεπόμενα είναι αυτά που ακολουθούν ένα αυθύπαρκτο κι αποσκοπούν στην ενίσχυσή του, π.χ. υποθήκη.

Μεταβιβαστά και Αμεταβίβαστα δικαιώματα: Τα πρώτα είναι αυτά που μεταβιβάζονται ελεύθερα. (π.χ. κυριότητα). Αμεταβίβαστα είναι αυτά που συνδέονται άρρηκτα με το πρόσωπο του δικαιούχου και δεν μπορούν να μεταβιβαστούν ή να κληρονομηθούν (δικαιώματα από οικογενειακές σχέσεις).

Διαιρετά και αδιαίρετα δικαιώματα: τα πρώτα είναι αυτά που μπορούν να διαιρεθούν και αδιαίρετα που δεν επιδέχονται διαίρεση.


About Author

admin

CyberJournalist, Repórter to the company kallithea press, Member Association of European Journalists (AEJ) Volunteer Fire Brigade N. Voutzas - Provalinthos Volunteer Association Greek Navy Seals Member INSTITUTE MANAGEMENT OF MANMADE & NATURAL DISASTERS

Leave a Reply

Ο ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

ΜΑΣ ΑΚΟΥΤΕ ΚΑΙ ΣΤΟ LIVE 24

HMG WEB RADIO

ΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ HELLENIC MEDIA GROUP

Hellenic Bodyguards Association

ΧΟΡΗΓΟΣ VEDICOR SECURITY

ΧΟΡΗΓΟΣ FACILITY CS

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Η ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ ΜΕΛΟΣ ΔΙΚΤΥΟΥ

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ ΜΕΛΟΣ ΔΙΚΤΥΟΥ

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ ΜΕΛΟΣ ΔΙΚΤΥΟΥ

Πρόσφατα άρθρα

shares