Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ Η ΘΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

ΤΟ ΘΥΜΑ

Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Η ΘΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Από πολύ παλιά στην ιστορία της ποινικής δικαιοσύνης το θύμα του εγκλήματος διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στη λειτουργία και την εξέλιξη της ποινικής δίκης. Αν η τελική λέξη στη διάπραξη του εγκλήματος προφέρεται από τον εγκληματία, είναι πάντως πολλές οι περιπτώσεις, όπου ο ρόλος του θύματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την πρόκληση, την τέλεση, τη δίωξη του εγκλήματος και ακόμη, για την πρόληψη του εγκλήματος ή το σωφρονισμό του εγκληματία.

Θυματολογία είναι ο ειδικός εκείνος κλάδος της Εγκληματολογίας, ο οποίος μελετά το θύμα ως κοινωνικό παράγοντα του εγκλήματος και το ρόλο τούτου στην πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας. Θυματολογία είναι η επιστήμη του θύματος του εγκλήματος.

Η μελέτη του θύματος επεκτείνεται σε όλη την προσωπικότητά του, τη συμπεριφορά του, το περιβάλλον του και ιδιαίτερα – στη σχέση του με τον εγκληματία και στη συμβολή του στην πρόκληση και τη διάπραξη του εγκλήματος. Η Θυματολογία παρακολουθεί και την μετά τη διάπραξη του εγκλήματος συμπεριφορά του θύματος, δηλαδή τη συμμετοχή του στη λειτουργία της ποινικής δίκης.

Τα υποκείμενα της Θυματολογίας αποτελούν: η επίδραση του εγκλήματος στην προσωπικότητα του θύματος, το φαινόμενο της θυματοποίησης καθώς και η υποχρέωση της Πολιτείας προς αποζημίωση των θυμάτων των εγκλημάτων που τελούνται στην επικράτειά της.

Από τη γενική θεώρηση της φύσης, των αντικειμένων των μεθόδων και των σκοπών της Θυματολογίας δεν φαίνεται να συνάγεται σοβαρός επιστημονικού ή άλλου χαρακτήρα λόγος για τον οποίο να δικαιολογείται η απόσπαση της μελέτης του θύματος από την Εγκληματολογία και η υπαγωγή της σε αυτοτελή και ανεξάρτητο επιστημονικό κλάδο. Άλλωστε, τόσο η μελέτη του εγκληματία όσο και η μελέτη του θύματος μόνο με αλληλοσυσχέτιση των πορισμάτων τους μπορούν να οδηγήσουν σε ικανοποιητική ερμηνεία της δυναμικής του εγκλήματος.

Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ

Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ

Ο προσδιορισμός του θύματος παρουσιάζει προβλήματα, που δεν είναι πάντοτε αντίστοιχα εκείνων που παρουσιάζει ο προσδιορισμός του εγκληματία. Τούτο συμβαίνει, επειδή η έννοια του θύματος ενδιαφέρει το ποινικό δίκαιο πολύ λιγότερο από ό,τι εκείνη του εγκληματία. Ειδικότερα, το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο ενδιαφέρεται για τον «φορέα του εννόμου αγαθού» που προσβλήθηκε με το έγκλημα, το δε δικονομικό ποινικό δίκαιο αναγνωρίζει μόνον το θύμα ως «παθόντα», δηλαδή ως άτομο που έπαθε συγκεκριμένη βλάβη από το έγκλημα και έχει δικαίωμα να παραστεί στην ποινική δίκη με τη δικονομική ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντα. Συνδεδεμένη με την «ζημία» ή «βλάβη» είναι η έννοια του θύματος, που καθορίστηκε από την Προπαρασκευαστική Συνάντηση του 7ου Συνεδρίου του ΟΗΕ κατά την οποία «θύμα είναι το πρόσωπο το οποίο υπέστη φυσική ή ψυχική βλάβη ή κάκωση, υλική απώλεια ή ζημία ή άλλη κοινωνική μείωση» ως αποτελέσματα εγκληματικής συμπεριφοράς.

Αντίθετα, ο σκοπός της Εγκληματολογίας προσδίνει στην έννοια του θύματος πολύ ευρύτερο περιεχόμενο. Όριο της αποτελεί η δυνατότητα ικανοποίησης των πιο πάνω στόχων: κάθε πρόσωπο κατά του οποίου άμεσα ή έμμεσα στρέφεται (γενικά ή συγκεκριμένα) το έγκλημα, εφόσον η τροποποίηση της δικής του συμπεριφοράς θα μπορούσε να το αποτρέψει, ανήκει στην κατηγορία των θυμάτων και συνεπώς αποτελεί αντικείμενο έρευνας και μελέτης από την Εγκληματολογία. Έτσι,

Το θύμα του εγκλήματος μπορεί να είναι φυσικό είτε νομικόπρόσωπο. Στην τελευταία περίπτωση το θυματολογικό ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στα άτομα που διοικούν το νομικό πρόσωπο και ρυθμίζουν τους όρους λειτουργίας και τις αντιδράσεις του.

Το φυσικό πρόσωπο – θύμα ενδιαφέρει αν είναι ή όσο είναι ζωντανό, πριν τη διάπραξη του εγκλήματος (λ.χ. στην ανθρωποκτονία μελετάται το «θύμα» όσο ήταν στη ζωή, το «πτώμα» δεν ενδιαφέρει και δεν χαρακτηρίζεται ως θύμα).

Για τον ίδιο λόγο, επειδή δηλαδή δεν είναι υποκείμενα συμπεριφοράς, δεν ενδιαφέρουν τα αντικείμενα κατά των οποίων στρέφεται η εγκληματική ενέργεια, όπως π.χ. τα κλοπιμαία, το πλαστό έγγραφο, το περιβάλλον που μολύνεται και συνεπώς, δεν αποτελούν «θύματα» των αντίστοιχων εγκλημάτων.

Το θύμα πρέπει να είναι ατομικά προσδιοριστό, άρα δεν είναι όλοι οι πολίτες θύματα σε κάθε διάπραξη εγκλήματος, ούτε στις περιπτώσεις οργανωμένων εγκλημάτων. Εκείνο που ενδιαφέρει την εγκληματολογία δεν είναι ο νομικός δεσμός ανάμεσα στο προσβαλλόμενο με το έγκλημα έννομο αγαθό και σε ορισμένο άτομο-φορέα του, αλλά κυρίως ο φυσικός δεσμός ανάμεσά τους. Έτσι, λ.χ. αν η διάρρηξη ενός σπιτιού έγινε επειδή αμέλησαν να το ασφαλίσουν τα μέλη της οικογένειας ή αν οι κλοπές εμπορευμάτων σε ένα μεγάλο κατάστημα οφείλονται στην αδιαφορία των υπαλλήλων του, το ενδιαφέρον της θυματολογικής έρευνας θα στραφεί προς αυτά τα άτομα και όχι, βέβαια, προς τον αρχηγό της οικογένειας ή τον επιχειρηματία (και πάντως όχι μόνο προς αυτούς, επειδή είναι οι «παθόντες» κατά το ποινικό δίκαιο).

Σε πολλές περιπτώσεις οι πρωταγωνιστές του εγκλήματος φέρουν ταυτόχρονα τις ιδιότητες του εγκληματία και του θύματος του εγκλήματος (λ.χ. στη συμπλοκή, τη μονομαχία, την παράνομη χαρτοπαιξία κ.α.).

Σε άλλες περιπτώσεις, το εγκληματολογικό ενδιαφέρον διασπάται ανάλογα με τους ρόλους των ατόμων που εμπλέκονται στη διάπραξη του εγκλήματος. Έτσι, λ.χ. στο έγκλημα της εκούσιας απαγωγής το ενδιαφέρον για μεν την πρόκληση του εγκλήματος θα στραφεί στο πρόσωπο της ανήλικης άγαμης κοπέλας που με τη θέλησή της ακολούθησε τον απαγωγέα της, για δε την ποινική δίωξη και τη δίκη που ενδεχομένως θα ακολουθήσει, το ενδιαφέρον θα στραφεί προς το πρόσωπο εκείνων υπό την εξουσία των οποίων βρισκόταν ή εκείνων που δικαιούνταν κατά το νόμο να μεριμνήσουν για το πρόσωπό της (αρ. 328 Π.Κ.).

Σε κάποιες περιπτώσεις το θύμα του εγκλήματος είναι στην ουσία ο δράστης του (στις περιπτώσεις ανηλίκων που παραπλανούν στον κινηματογράφο ως προς την ηλικία τους για να παρακολουθήσουν ακατάλληλη ταινία).

Υπάρχουν και οι περιπτώσεις των «υποψηφίων θυμάτων». Το ενδιαφέρον στρέφεται στα «υποψήφια» θύματα και αποσκοπεί στην πρόληψη των εναντίον τους εγκλημάτων. Το ίδιο συμβαίνει και στα «παραλίγο» θύματα, στα άτομα που απέφυγαν την βλάβη, λόγω π.χ. απόπειρας του εγκλήματος.

Ουσιαστικό κριτήριο προσδιορισμού της έννοιας του «θύματος» είναι: αν η τροποποίηση της συμπεριφοράς του (στο παρελθόν) να μπορούσε να αποτρέψει το έγκλημα, που άμεσα ή έμμεσα είχε στραφεί ή θα στρεφόταν εναντίον του.

Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ

Μια πρώτη επιλογή των θυμάτων γίνεται από τον ποινικό νομοθέτη. Τα κριτήρια αυτού του νομοθετικού προσδιορισμού είναι διάφορα, όπως λ.χ.

βιολογικά: θύμα κατάχρησης σε ασέλγεια μπορεί να γίνει μόνο άρρωστη γυναίκα, θύμα αποπλάνησης μπορεί να γίνει μόνον ανήλικος κλπ.

κοινωνικά: θύμα εκμετάλλευσης πόρνης μπορεί να γίνει μόνον κατ΄ επάγγελμα πορνευόμενη γυναίκα, θύμα παράνομης αύξησης του μισθώματος μπορεί να γίνει μισθωτής, θύμα του εγκλήματος της βίας κατά πολιτικού σώματος μπορεί να είναι μόνο βουλευτής κλπ

Μια δεύτερη επιλογή των θυμάτων γίνεται με κοινωνικές διαδικασίας. Περιπτώσεις ατόμων τα οποία εξαιτίας της κοινωνικής τους κατάστασης (λ.χ. πρόσφυγες, αλλοδαποί, εργάτες, λαθρομετανάστες) αναγκάζονται, επειδή αντιμετωπίζουν κοινωνικές αντιδράσεις, στιγματισμό, απομόνωση, περιθωριοποίηση, φυλετικές διακρίσεις και γίνονται εύκολα θύματα ποικίλων εγκλημάτων. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και άτομα που για άλλους λόγους συναντούν παρόμοιες κοινωνικές αντιδράσεις (λ.χ. ψυχικά άρρωστοι ή ψυχανώμαλα άτομα, εργαζόμενες στον ιδιωτικό τομέα γυναίκες ή ανήλικοι).

Είναι γνωστό ότι ο ίδιος ο εγκληματίας επιλέγει τα θύματά του. Η επιλογή του εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως λ.χ. ο προσποιούμενος που πουλά «χρυσά ρολόγια ευκαιρίας» θα στραφεί προς τον χωρικό που μόλις έφτασε από το χωριό του, ο προτιθέμενος να ληστέψει χρυσοχοείο θα προτιμήσει εκείνο που βρίσκεται σε απόκεντρο παρά σε κεντρικό δρόμο της πόλης κ.α. Σπανιότερα η επιλογή του θύματος γίνεται τυχαία από τον εγκληματία (λ.χ. επιβάτης αεροσκάφους το οποίο έγινε αντικείμενο αεροπειρατείας).

Σε αρκετές περιπτώσεις, η επιλογή δεν είναι του εγκληματία αλλά του ίδιου του θύματος, λ.χ. αφηρημένος επιβάτης ξεχνά την τσάντα του σε ταξί και ο επόμενος την κατακρατεί.

ΤΟ ΘΥΜΑ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Η θυματολογική έννοια: η θυματοποίηση

Ο ρόλος του θύματος στη διάπραξη του εγκλήματος αποτελεί ένα από τα πιο κεντρικά σημεία του σχετικού εγκληματολογικού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για τη συνειδητή ή όχι συμπεριφορά που επιδεικνύει κάποιο άτομο, η οποία δίνει αφορμή ή προκαλεί τη διάπραξη σε βάρος του εγκλήματος, δηλ. την αποκαλούμενη «θυματοποίησή» του.

Δύο ζητήματα πρέπει να επισημανθούν:

Α. το «θύμα» δεν αποτελεί στοιχείο της δημιουργίας ενός εγκλήματος (δηλ. της «εγκληματογένησης»). Η διάπραξη ενός εγκλήματος από ένα άτομο δεν εξαρτάται από την εξεύρεση ή την προσφορά ή όχι υποψηφίου θύματος. Η ύπαρξη λοιπόν θύματος ή η ανάλογη συμπεριφορά τρίτου δεν είναι καθαυτή ικανή να αιτιολογήσει το έγκλημα. Αντίθετα, ο ρόλος του θύματος γίνεται ιδιαίτερα σημαντικός κατά το πέρασμα του εγκληματία στην πράξη. Αυτό συμβαίνει όταν το υποψήφιο θύμα δίνει την αφορμή ή προκαλεί στη διάπραξη του εγκλήματος ή προσφέρει την κατάλληλη ευκαιρία προς τούτο ή εξασφαλίζει στον εγκληματία τη διαφυγή του.

Β. Υπάρχουν πολλές συμπεριφορές που η όλη συμπεριφορά του ατόμου-θύματος αποδεικνύει αποφασιστικής σημασίας για την τέλεση του εγκλήματος:

α) είναι ενδεχόμενο να βρίσκεται σε τέτοια ψυχοπνευματική κατάσταση, ώστε να μην είναι σε θέση να εκτιμήσει το γεγονός αυτό, ότι δηλ. αποτελεί υποψήφιο «θύμα». (π.χ. άτομα σε κατάστασης μέθης ή μισοϋπνου),

β) είναι ενδεχόμενο το θύμα να επιδιώκει την τέλεση του εναντίον του εγκλήματος. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε: αα) σε ψυχοπνευματική ανωριμότητα του υποκειμένου (π.χ. της ανήλικης κοπέλας με συναίνεσή της εξωθείται σε πορνεία), ββ) σε λόγους ψυχολογικού χαρακτήρα (π.χ. η πλεονεξία ή η απληστία του θύματος της απάτης, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες που δημιουργούν θύματα εκμετάλλευσης από «αγίους», «προφήτες», μέντιουμ, χαρτορίχτρες κλπ).

Γ. Στις περισσότερες φορές το θύμα ούτε επιδιώκει ούτε αποδέχεται ούτε προκαλεί συνειδητά το εναντίον του έγκλημα, πλην όμως δεν το αποτρέπει. Αυτό συμβαίνει από αδιαφορία ή αισιοδοξία ή απλώς αμέλεια, όταν δεν παίρνονται τα απαραίτητα για την αποτροπή του εγκλήματος μέτρα (π.χ. πεζοί θύματα τροχαίων εγκλημάτων, καταναλωτές νοθευμένων προϊόντων, αφηρημένοι που λησμονούν οπουδήποτε εκτεθειμένα τα πράγματά τους κλπ).

Η καθαυτή εμπειρία της θυματοποίησης, το συναίσθημα που νιώθει το άτομο όταν έγινε ή που γίνεται ή που ζει συνεχώς το φόβο ότι θα γίνει θύμα εγκλήματος, συντελεί σημαντικά στην εκδήλωση εγκληματικής συμπεριφοράς.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα κυριότερα στάδια στα οποία ο ρόλος του θύματος αποδεικνύεται σημαντικός είναι τα ακόλουθα:

Η περίοδος που προηγείται της κίνησης της ποινικής δίωξης κατά την οποία το θύμα αμφιταλαντεύεται μπροστά στο δίλημμα της καταγγελίας ή όχι του εγκλήματος. Η απόφαση που θα πάρει τελικά είναι αποφασιστικής σημασίας, καθώς από αυτήν εξαρτάται η κίνηση όλου του μηχανισμού της ποινικής καταστολής.

Κατά την προδικασία, ο ρόλος του θύματος παραμένει σημαντικός, με την ιδιότητα του μάρτυρα κατά την ανάκριση, για την εξακρίβωση της ταυτότητας του εγκληματία και τη διαλεύκανση των συνθηκών τέλεσης του εγκλήματος.

Στο ακροατήριο το θύμα αποτελεί βασικό παράγοντα, καθώς βοηθά το δικαστή στην επίλυση των πιο πάνω ζητημάτων.

Επιπλέον, όχι μόνο το έγκλημα αλλά και οι συνθήκες που συνοδεύουν τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης προκαλούν σημαντικές βλάβες στο θύμα ή επιτείνουν τις βλάβες που προκάλεσε το έγκλημα. Προς αποφυγή τούτων λαμβάνονται τα εξής μέτρα:

α) η δίωξη ορισμένων εγκλημάτων λ.χ. κατά της γενετήσιας ελευθερίας, όταν το θύμα είναι γυναίκα, ή κατά της τιμής, μόνον ύστερα από έγκληση,

β) η διεξαγωγή της ποινικής δίκης χωρίς δημοσιότητα, «αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι να προστατευθεί ο ιδιωτικός ή οικογενειακός βίος των διαδίκων, ιδίως σε δίκη βιασμού αν η διασημότητα θα έχει συνέπεια την ιδιαίτερη ψυχική ταλαιπωρία ή το διασυρμό του θύματος»,

γ) η οργάνωση και η αρτιότερη πληροφόρηση των θυμάτων για τα δικαιώματά τους και τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβούν για να προστατεύσουν είτε η μέριμνα για τη συμπαράσταση προς το θύμα.

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ

Η προσωπικότητα του θύματος λαμβάνεται υπόψη σε διάφορα επίπεδα της ποινικής καταστολής και ασκεί αποφασιστικής σημασίας επιρροή στη διαμόρφωσή της.

Η προσωπικότητα του θύματος καθορίζει την ποινικοποίηση ορισμένων πράξεων. Έτσι, λ.χ. είναι ποινικά αδιάφορη η εκούσια απαγωγή γυναίκας ή άνδρα με σκοπό το γάμο, όμως η ίδια πράξη αποτελεί έγκλημα όταν στρέφεται κατά ανήλικης γυναίκας (328 Π.Κ.).

Η προσωπικότητα του θύματος αποτελεί λόγο βαρύτερης τιμωρίας από το νομοθέτη του εγκλήματος που τελείται κατ΄ αυτού. Τούτο λ.χ. συμβαίνει με την απόπειρα θανάτωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας, τη σωματική βλάβη ανηλίκων, τη μαστροπεία κατά ανηλίκων.

Η μεταβολή την οποία υφίσταται εξαιτίας του εγκλήματος η προσωπικότητα του θύματος, λαμβάνεται υπόψη στο δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής.

Η προσωπικότητα του θύματος και η συμπεριφορά του ειδικότερα επηρεάζει και κατ΄ αντίστροφο τρόπο την έκταση της ποινικής καταστολής. Μπορεί να οδηγήσει σε εξουδετέρωση ή ελάφρυνσή της, αν π.χ. το θύμα ήταν αυτό που προκάλεσε ολικά ή μερικά την τέλεση του εγκλήματος. Αντίστοιχα τότε: α) είτε η πράξη δεν είναι άδικη και δεν υπάρχει «έγκλημα» (σε περίπτωση άμυνας, συναίνεσης του θύματος να υποστεί απλή σωματική βλάβη) ή ο δράστης μπορεί να απαλλαγεί από την ποινή (π.χ. για απλή σωματική βλάβη, στην οποία παρασύρθηκε από δικαιολογημένη αγανάκτηση), β) είτε μειώνεται η ποινή (π.χ. αν αποφάσισε και εξετέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος και από οίκτο προς αυτό που έπασχε από ανίατη ασθένεια κ.α). Η προσωπικότητα του θύματος είναι αναγκαία κατά κανόνα στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και στις σωματικές βλάβες, προκειμένου να εξακριβωθεί η διάπραξη του εγκλήματος είτε η βαρύτητά του. Εδώ η εξέταση της προσωπικότητας του θύματος γίνεται με τη δικονομική διαδικασία της διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης.

Η ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ

Η αποζημίωση του θύματος για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που έπαθε από το έγκλημα ρυθμίζεται από τις ουσιαστικές διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου (διατάξεις για τις αδικοπραξίες) και από τις δικονομικές διατάξεις (περί πολιτικής αγωγή). Και αυτό γιατί πίσω από κάθε έγκλημα κρύβεται μια αδικοπραξία.

Είναι ωστόσο, δυνατό, η πιο πάνω αποζημίωση να επιτευχθεί εκούσια από τον εγκληματία, όταν καθίσταται όρος για την «ελαστικότερη» μεταχείριση του εγκλήματος, λ.χ. για την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής κλπ.

Η αποζημίωση από το κράτος, κυρίως για τα θύματα των εγκλημάτων βίας προβλέπει αποζημίωση όχι μόνον προσωπικά του θύματος αλλά και της οικογένειάς του.

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΘΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ (ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ)

Φόβος είναι μια από τις μορφές της ψυχικής ζωής του ανθρώπου. Υποστηρίζεται ότι είναι σκόπιμο δυσάρεστο ψυχικό συναίσθημα, που εκδηλώνεται ως νευρολογική αντίδραση του οργανισμού μπροστά σε κάποια κατάσταση ή σε κάποιο γεγονός, που γίνονται αντιληπτά διαμέσου των αισθήσεων. Μας ενδιαφέρει ωστόσο η έννοια που κρύβεται πίσω από αυτό και που από το υποκείμενο ερμηνεύεται ότι εκφράζει κάποιον κίνδυνο ο οποίος απειλεί το ίδιο ή τα αγαθά του.

Συνήθη μορφή φόβου ιδιαίτερα στην εποχή μας συνιστά ο φόβος της θυματοποίησης (φόβος μπροστά στο έγκλημα ή απλά φόβος του εγκλήματος).

Αν η βλάβη που προκαλεί η τέλεση του εγκλήματος χαρακτηριστεί ως άμεση συνέπειά του, ο φόβος του εγκλήματος συνεπάγεται μια περαιτέρω βλάβη, που υπερβαίνει τα στενά όρια του ατόμου – θύματος και διαχέεται στο κοινωνικό σύνολο, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Σε ατομικό, ο φόβος είναι το ψυχολογικό συναίσθημα του κατέχει συγκεκριμένο άτομο, ότι υπάρχει κίνδυνος να καταστεί τούτου θύμα εγκλήματος. Ο φόβος του εγκλήματος ταυτίζεται προς τον φόβο θυματοποίησης. Αναφέρεται κυρίως σε εγκλήματα με επίκεντρο το άτομο, όπως κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας. Το εν λόγω συναίσθημα βρίσκεται σε θετική σχέση προς το ύψος της εγκληματικότητας στο εγγύτερο ή ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο διαβιεί το άτομο, δηλ. ο φόβος της θυματοποίησης αυξάνεται όσο αυξάνεται η εγκληματικότητα στον περίγυρό του.

Ως φόβος χαρακτηρίζεται και η συλλογική ιδέα ή πεποίθηση ότι στον αντίστοιχο τοπικά και χρονικά κοινωνικό χώρο υπάρχει έλλειψη δημόσιας ασφάλειας (συναίσθημα ανασφάλειας). Το εν λόγω συναίσθημα βρίσκεται σε αρνητική σχέση προς το ύψος της εγκληματικότητας: όσο αυξάνεται η εγκληματικότητα, τόσο μειώνεται το συναίσθημα της δημόσιας ασφάλειας και αντίστροφα.

Ο φόβος γεννιέται και καλλιεργείται για δύο βασικές κατηγορίες λόγων:

Επειδή το υποκείμενο συνειδητοποιεί ότι έχει τις ίδιες ιδιότητες με άτομα που συχνότερα πέφτουν θύματα ή ότι συγκεντρώνει άλλα ατομικά χαρακτηριστικά που το εντάσσουν σε κάποια ομάδα ατόμων υψηλού κινδύνου θυματοποίησης.

Επειδή το υποκείμενο ζει, εργάζεται, κινείται σε περιβάλλον, όπου επικρατεί συναίσθημα μειωμένης δημόσιας ασφάλειας.

Υποστηρίζεται ότι ο φόβος διδάσκεται στο άτομο είτε από προηγούμενες εμπειρίες – παθήματά του είτε μέσα από κοινωνικούς θεσμούς είτε μέσα από δημοτικούς ή δημόσιους φορείς.

Πρέπει όμως να τονιστεί ιδιαίτερα ο ρόλος του τύπου και των μηνυμάτων των ΜΜΕ στην καλλιέργεια του φόβου του εγκλήματος, που κάποτε οδηγεί και στα όρια της συλλογική υστερίας. Ο τρόπος (λεκτικός, φωτογραφικός, δημοσιογραφικός) και η έκταση της παρουσίασης ορισμένων εγκλημάτων «απεχθών», εντυπωσιακών, βίαιων, τροφοδοτούν το δικαιολογημένο ή όχι φόβο θυματοποίησης του καθένα και το συναίσθημα της μειωμένης δημόσιας ασφάλειας. Οι λόγοι εδώ μπορεί να είναι οικονομικοί, πολιτικοί κλπ.

Εκείνο που είναι άξιο παρατήρησης είναι το φαινόμενο της ταύτισης του αναγνώστη ή θεατή του μηνύματος προς το θύμα του εγκλήματος που διαπράχτηκε. Η έντονη προβολή συγκεκριμένου εγκλήματος ή σειράς εγκλημάτων έχει αποτέλεσμα: είτε α) αμυντική στάση του «κοινού» είτε και β) επιθετική στάση του «κοινού», που εκδηλώνεται σε συγκεντρώσεις πλήθους στον τόπο του εγκλήματος ή στο δικαστήριο για την παρακολούθηση της δίκης.

Ο φόβος επηρεάζει πρώτα την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Έτσι, παίρνει μέτρα πρόνοιας: α) μέτρα αποφυγής – απομάκρυνσης του κινδύνου θυματοποίησης, π.χ. η μη κυκλοφορία του σε σκοτεινούς δρόμους ή πέραν ορισμένης ώρας, η μη μεταφορά ρευστού χρήματος, ο συνεχής φωτισμός της κατοικίας κ.α.

β) ο εξοπλισμός με όπλα αμυντικά ή επιθετικά, επιτρεπόμενα ή όχι.

γ) η λήψη άλλων μέτρων αμυντικών κατά επιθέσεων (π.χ. εκμάθηση τεχνικών άμυνας με υο σώμα κ.α.) ή μέτρων εξασφαλιστικών (π.χ. σιδεριές στις πόρτες, κλειδαριές κλπ).

δ) Δεδομένου ότι ο φόβος είναι δημιούργημα του μυαλού, δημιουργεί και α-κοινωνική τάση, δηλ. αποφυγή συναναστροφής με άγνωστα άτομα ή άτομα που ανταποκρίνονται στο στερεότυπο του «εγκληματία» (π.χ. αποφυγή κάθε σχέσης με μετανάστες, άτομα άλλων μειονοτήτων κλπ). Ωστόσο στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται για φόβο εγκλημάτων των «ξένων» αλλά για φόβο των ίδιων των ξένων. Έτσι αυξάνει η απόσταση από το υποκείμενο, με συνέπεια την τροφοδότηση του φόβου από μέρους τους, την αποφυγή κάθε σχέσης μαζί τους κ.ο.κ. σε ένα φαύλο κύκλο. Δυστυχώς, επαληθεύεται και η αντίστροφη λειτουργία του φαινομένου, καθώς ο φόβος που αρχικά γεννούν οι περιθωριακές μονάδες είτε εξωτερικεύεται με αύξηση των εναντίον τους εγκλημάτων είτε οδηγεί στην εκδήλωση φυλετικής βίας εναντίον τους. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο υποθετικός φόβος της μιας πλευράς γεννά τον πραγματικό φόβο της άλλης.

Η δημόσια ζωή του ατόμου επηρεάζεται επίσης σημαντικά, καθώς το άτομο στην προσπάθειά του να απαλλαγεί από τον φόβο, τον δημοσιοποιεί, ή στον φέρει στα ΜΜΕ, επιδιώκοντας να προκαλέσει κοινή αντίδραση για την αντιμετώπισή του. Έτσι οδηγεί στη δημιουργία γνωστών κινημάτων, λ.χ. προστασία του καταναλωτή, του περιβάλλοντος, της νοικοκυράς, των ομοφυλοφίλων κλπ.

Οι πιο πάνω επιπτώσεις σημαδεύουν τη μορφή και την ποιότητα ζωής στις πόλεις, καθώς οι οικογένειες υψηλών και μεσαίων εισοδημάτων απομακρύνονται από περιοχές της πόλης στις οποίες θεωρούν ότι επικρατεί ο φόβος του εγκλήματος (κοινωνικά υποβαθμισμένες περιοχές), με επακόλουθο την επιβάρυνση των εν λόγω περιοχών ακόμη περισσότερο λόγω της δημιουργίας «κενού χώρου», όπου λειτουργούν κακόφημα κέντρα ή διεξάγονται παράνομες δραστηριότητες κλπ.

Από την άλλη η συνεχής προβολή και επίκληση της εγκληματικότητας, αποτελεί την καλύτερη διαφήμιση της «αγοράς της ασφάλειας» ή «του εμπορίου της ασφάλειας» (π.χ. τραπεζικές συναλλαγές σε καταθέσεις και θυρίδες ασφαλείας, οι ασφάλειες για ζημιές από εγκληματικές πράξεις, οι κατασκευές και εμπορεία κλειδαριών, παρακολούθησης εσωτερικού κυκλώματος κλπ).

Η εκάστοτε πολιτική εξουσία δεν αγνοεί ούτε επιτρέπεται να αγνοεί τις πιο πάνω επιπτώσεις του φόβου του εγκλήματος.

ι) Στο μέτρο που το συναίσθημα της δημόσιας ασφάλειας εξαρτάται από τη δημόσια τάξη, τότε έχουμε: α) ποινικοποίηση και αύξηση των ποινών ως τα πρώτης χρήσης μέτρα, β) αυστηροποίηση της διαδικασίας της ποινικής δίκης, λ.χ. η παράκαμψη σταδίων της προδικασίας για «ταχεία» πιο αυστηρή απονομή της δικαιοσύνης, στέρηση δικαιωμάτων ή μέσων προστασίας του κατηγορουμένου.

Το συναίσθημα του φόβου επιβάλλει στο άτομο να πάρει μέτρα προστασίας του, που μπορεί να εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους ακόμη και με επιθετική τακτική. Αυτή η αντίδραση όμως στο φόβο του εγκλήματος θεωρείται ασυμβίβαστη ως μη ανεκτή αυτοδικία.

Πλέον, επιτράπηκε στη χώρα μας και η συγκρότηση ουσιαστικά ιδιωτικών αστυνομιών από ΝΠΔΔ, τράπεζες, ταμιευτήρια, οργανισμούς και επιχειρήσεις, για τις ανάγκες φρούρησης εγκαταστάσεων ή χώρων ή για τη συνοδεία χρηματαποστολών.

Η ενεργός συμμετοχή του κοινού στην καταπολέμηση του εγκλήματος αποτελεί επίσης τακτική κατά της αντεγκληματικής πολιτικής. Ως έκφραση των γενικών καθηκόντων του πολίτη επιδιώκεται άλλοτε χαρακτηριζόμενη ως καθήκον και άλλοτε επιβαλλόμενη με απειλή ποινής (π.χ. παρασιώπηση εγκλημάτων). Τον ίδιο προσανατολισμό έχουν και θεσμοί, όπως της αμοιβής για παροχή πληροφοριών προς «εξιχνίαση σοβαρών εγκλημάτων….».

Άρχισαν επίσης να εμφανίζονται διάφορα προγράμματα κοινοτικής αντεγκληματικής πρόληψης, στηριζόμενα δηλ. στην αστυνόμευση από ιδιώτες είτε σε επίπεδο γειτονιάς. Η ενεργοποίηση του κοινού προσφέρει σημαντική βοήθεια στην πρόληψη του εγκλήματος και είναι ικανή να κατασιγάσει σε κάποιο μέτρο το φόβο του εγκλήματος. Ωστόσο μπορεί και να προκαλέσει υπέρμετρη αύξηση του φόβου θυματοποίησης και μείωση του συναισθήματος της δημόσιας ασφάλειας, ερμηνευόμενη ως αδυναμία της αστυνομίας να αντιμετωπίσει το έγκλημα.

Οι επιπτώσεις άμεσες και έμμεσες του φόβου του εγκλήματος δείχνουν τη σημασία που έχει ως ατομικό και κοινωνικό πρόβλημα. Γίνεται φανερό ότι ο φόβος του εγκλήματος, αν ξεπεράσει ορισμένα όρια, έχει επιπτώσεις πιο σοβαρές από ό,τι το ίδιο το έγκλημα. Αντίθετα, περιορισμένος σε κάποιο λογικό πλαίσιο υπαγορεύει στο άτομο συμπεριφορά και λήψη μέτρων που αντικειμενικά περιορίζουν τις πιθανότητες θυματοποίησής του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *