Πότε λήγει μια σχέση εργασίας

  • 0

Πότε λήγει μια σχέση εργασίας

Πότε λήγει μια σχέση εργασίας

Η σχέση εργασίας, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και ανάλογα με το είδος της λήγει με τους εξής τρόπους:

Α) αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος της διάρκειάς της, αν πρόκειται για σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Β) με συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων

Γ) με καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη ή τον εργαζόμενο.

Δ) με το θάνατο του εργαζομένου

Λύση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου

Η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου λήγει αυτόματα με τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου και δεν απαιτείται έγγραφη αναγγελία και καταβολή αποζημίωσης. Εάν όμως ο εργαζόμενος μετά τη λήξη της συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες του, η σύμβαση θεωρείται ότι ανανεώθηκε σιωπηρά, οπότε, σε περίπτωση απόλυσης, πρέπει να τηρηθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις (γραπτή κοινοποίησης, αποζημίωση).

Το ίδιο συμβαίνει και με τις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου εφόσον αυτές κριθεί ότι έγιναν σκόπιμα για καταστρατήγηση της νομοθεσίας. Η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί πριν από τη λήξη για σπουδαίο λόγο είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργαζόμενο.

Σπουδαίος λόγος είναι η ύπαρξη γεγονότος κατά τη διάρκεια της σύμβασης εξαιτίας του οποίου είναι αδύνατη η εξακολούθησή της σύμφωνα με την καλή πίστη. Σπουδαίος λόγος για τον εργοδότη θεωρείται για παράδειγμα, η επαγγελματική ανεπάρκεια του εργαζομένου, η διάπραξη αξιόποινης πράξης στην υπηρεσία, οι επανειλημμένες απουσίες κ.α.

Σπουδαίος λόγος για τον εργαζόμενο θεωρείται, για παράδειγμα, η υβριστική συμπεριφορά του εργοδότη, η αδικαιολόγητη και συχνή καθυστέρηση πληρωμής του μισθού, η παράλειψη λήψης των απαραίτητων μέτρων για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων. Εάν διαπιστωθεί ύπαρξη σπουδαίου λόγου, ο εργοδότης δεν υποχρεούται να προβεί σε αποζημίωση. Εάν όμως δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος και καταγγελθεί η σύμβαση, ο εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά τους μισθούς που θα έπαιρνε μέχρι τη λήξη της.

Καταγγελία της σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου

Μπορεί να υπάρξει καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου μπορεί να γίνει μονομερώς είτε εκ μέρους του εργοδότη (απόλυση) είτε εκ μέρους του εργαζομένου (οικειοθελής αποχώρηση). Η οικειοθελής αποχώρηση (παραίτηση) μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά, και στην περίπτωση της δεν οφείλεται αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο εργαζόμενος κατά την αποχώρησή του δικαιούται, εφόσον δεν έχει λάβει την ετήσια άδεια του, αποζημίωση για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας και επιδόματος αδείας.

Ο πιο συνηθισμένος στην πράξη τρόπος λύσης της σχέσης εργασίας είναι η καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη. Η ενέργεια αυτή καλείται απόλυση του εργαζομένου από τον εργοδότη. Η καταγγελία διακρίνεται σε τακτική με προειδοποίηση, δηλαδή επιφέρει τη λύση της εργασιακής σχέσης μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας από τότε που θα επιδοθεί στον εργαζόμενο. Η τακτική καταγγελία είναι δυνατή μόνο σε όσους έχουν υπαλληλική ιδιότητα. Άτακτη είναι η καταγγελία χωρίς προειδοποίηση.

Οι προϋποθέσεις της έγκυρης καταγγελίας είναι οι εξής:

  • Γραπτή κοινοποίηση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας στον εργαζόμενο.

  • Τήρηση ορισμένου χρόνου προειδοποίησης που είναι ανάλογος με τον χρόνο προϋπηρεσίας στον τελευταίο εργοδότη (μόνο σε περίπτωση τακτικής καταγγελίας).

  • Χορήγηση αποζημίωσης εφόσον ο εργαζόμενος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δίμηνη απασχόληση, η οποία είναι ανάλογη με τον χρόνο προϋπηρεσίας στον τελευταίο εργοδότη.

  • Γνωστοποίηση του λόγου καταγγελίας, ώστε να διαπιστώνεται ότι δεν προσκρούει σε απαγορευτικές διατάξεις ή ότι ασκείται καταχρηστικά.

  • Αναγγελία της απόλυσης στον ΟΑΕΔ μέσα σε 9 ημέρες από την κοινοποίηση του εγγράφου της καταγγελίας στον εργαζόμενο, αλλιώς ο εργοδότης έχει ποινικές κυρώσεις.

  • Καταχώρηση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του απολυομένου μισθωτού στα τηρούμενα στο ΙΚΑ βιβλία.

Όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας, της σύμβασης εργασίας, υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο μηνών. Το υπόλοιπο καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επόμενη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση.

Αν ο εργαζόμενος υπογράψει το έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και λάβει αποζημίωση μπορεί να προσβάλει την απόλυσή του.

Εάν ο εργαζόμενος αρνηθεί να υπογράψει για την παραλαβή του εγγράφου της καταγγελίας, τότε αυτή κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή, η δε σχετική αποζημίωση κατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο όνομα του δικαιούχου.

Εάν ο εργαζόμενος παραλάβει το έγγραφο ή την αποζημίωση, προσθέτοντας πριν από την υπογραφή του τη φράση «με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός μου», δεν χάνει το δικαίωμα να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του.

Όσον αφορά την αποζημίωση που καταβάλλεται σε περίπτωση άτακτης καταγγελίας, αυτή είναι διπλάσια από την χορηγούμενη σε περίπτωση τακτικής καταγγελίας και ορίζεται ως εξής:

Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των 12 μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επόμενη της γνωστοποίησης της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους:

Α) για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από 12 μήνες συμπληρωμένους έως και 2 έτη, απαιτείται προειδοποίηση ενός μηνός πριν από την απόλυση.

Β) για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δύο έτη συμπληρωμένα έως πέντε έτη, απαιτείται προειδοποίηση δύο μηνών πριν από την απόλυση.

Γ) για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από πέντε έτη συμπληρωμένη έως δέκα έτη, απαιτείται προειδοποίηση τριών μηνών πριν από την απόλυση.

Δ) για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων μηνών πριν από την απόλυση.

Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο κατά τα ανωτέρω καταβάλλει στον απολυόμενο το ήμισυ της αποζημίωσης της καταγγελίας χωρίς προειδοποίηση.

Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου:

Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ποσό αποζημίωσης
1 έτος συμπληρωμένο έως 4 έτη 2 μηνών
4 έτη συμπληρωμένα έως 6 έτη 3 μηνών
6 έτη συμπληρωμένα έως 8 έτη 4 μηνών
10 έτη συμπληρωμένα 6 μηνών
11 έτη συμπληρωμένα 7 μηνών
12 έτη συμπληρωμένα 8 μηνών
13 έτη συμπληρωμένα 9 μηνών
14 έτη συμπληρωμένα 10 μηνών
15 έτη συμπληρωμένα 11 μηνών
16 έτη συμπληρωμένα και άνω 12 μηνών

Ο υπολογισμός της άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επόμενη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση.

Επιτρέπεται η καταγγελία σύμβασης εργασίας εγκύου?

Η απόλυση εργαζομένης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αλλά και ένα χρόνο μετά τον τοκετό ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε περίπτωση επιπλοκών, απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο ο οποίος δεν πρέπει να έχει σχέση με την εγκυμοσύνη, και η καταγγελία αυτή θα πρέπει να γνωστοποιείται στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Επιτρέπεται η καταγγελία σύμβασης εργασίας συνδικαλιστικών στελεχών?

Απαγορεύεται η απόλυση ορισμένων προστατευόμενων συνδικαλιστικών στελεχών χωρίς απόφασης της ειδικής επιτροπής και μόνο για συγκεκριμένους περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο λόγους.

Μπορεί να απολυθεί εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας με αποδοχές?

Κατά ρητή επιταγή του νόμου η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη όταν γίνει κατά τη διάρκεια της ετήσιας άδειας με αποδοχές. Η απαγόρευση αυτή αφορά αποκλειστικά αυτή τη μορφή της άδειας. Συνεπώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας κατά τη διάρκεια αναρρωτικής άδειας δεν είναι άκυρη, ωστόσο ελέγχεται από πλευράς καταχρηστικότητας.

Σε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη δεν πληροί τις ως άνω αναφερόμενες προϋποθέσεις είναι άκυρη, δεν επιφέρει λύση της σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να παράγει τις έννομες συνέπειές της. Σε περίπτωση άκυρης απόλυσης, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να διεκδικήσει δικαστικά να ακυρωθεί η απόλυση και να υποχρεωθεί ο εργοδότης να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας.

Καταχρηστικότητα στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας στην Ελλάδα δεν συνδέεται με κάποια αιτιολογία (οι απολύσεις στην Ελλάδα είναι αναιτιολόγητες), ωστόσο ελέγχεται για καταχρηστικότητα.

Κυρίαρχο στοιχείο κατά τη νομολογία για να θεωρηθεί η καταγγελία της σύμβασης καταχρηστική είναι η ύπαρξη λόγου εμπάθειας ή εκδίκησης και γενικά προσωπικού λόγου του εργοδότη που δεν συνδέεται με τα συμφέροντα της επιχείρησης. Να σημειωθεί πως σε αυτούς τους λόγους εντάσσονται και οι λόγοι που συνδέονται με διακρίσεις που απαγορεύονται ευθέως από το νόμο (φυλής, φύλου κ.α). Μερικοί από τους λόγους που θεμελιώνουν τον καταχρηστικό χαρακτήρα της καταγγελίας είναι οι ακόλουθοι:

  • Η νόμιμη συνδικαλιστική δράση του μισθωτού.

  • Η προσφυγή του μισθωτού στις αρμόδιες υπηρεσίες για την ικανοποίηση των αιτημάτων του.

  • Η επίμονη προβολή νόμιμων διεκδικήσεων για συναδέλφους

  • Η άσκηση δικονομικών μέσων για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων

  • Η άρνηση υπακοής σε παράνομη άσκηση διευθυντικού δικαιώματος

  • Η απόλυση έπειτα από αξίωση τρίτου.

Γενικό χαρακτηριστικό περιπτώσεων απολύσεων που κρίθηκαν καταχρηστικές είναι ότι οφείλονται σε ενέργειες που συνιστούν για το μισθωτό νόμιμη άσκηση κάποιου δικαιώματος ή ακόμη άσκηση των ελευθεριών του ατόμου, συμβατή με τα υπηρεσιακά καθήκοντα, συμπεριφορά που δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση εργασίας.

Έτσι η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου, καθώς και όταν υπάρχει για αυτήν κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ΄ υπέρβαση των ορίων της μη καταχρηστικότητας, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει τα όρια της μη καταχρηστικής άσκησης. Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη.


  • 0

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΜΕΙΒΕΤΑΙ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ (ΜΙΣΘΩΤΟΥ)

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΜΕΙΒΕΤΑΙ ?

Σύμφωνα με υο ν. 3385/2005, όπως αντικαταστήθηκε με το ν. 3863/2010, η απασχόληση 5 ωρών επί πλέον την εβδομάδα μετά τις 40 ώρες για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν πενθήμερο σύστημα απασχόλησης και 8 ωρών επιπλέον την εβδομάδα, για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν σύστημα εξαήμερης απασχόλησης, θεωρείται υπερεργασία. Συγκεκριμένα οι 5 ώρες υπερεργασία για το σύστημα του πενθημέρου είναι: 41η, 42η, 43η, 44η, 45η, ενώ οι 8 ώρες για το σύστημα του εξαημέρου είναι: 41η, 42η, 43η, 44η, 45η, 46η, 47η 48η.

“Read More”


  • 0

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ (ΜΙΣΘΩΤΟΥ)

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ (ΜΙΣΘΩΤΟΥ)

ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Πλήρης/κανονική απασχόληση υπάρχει όταν συμφωνείται παροχή εργασίας που καλύπτει το ωράριο πλήρους απασχολήσεως που ισχύει στην επιχείρηση, το οποίο μπορεί να προκύπτει από τη σχετική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, τον Κανονισμό Εργασίας, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, την επιχειρηματική συνήθεια κ.α.

ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική, δηλαδή την πλήρη απασχόληση (μερική απασχόληση).

“Read More”


  • 0

Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ Η ΘΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

ΤΟ ΘΥΜΑ

Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΘΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Η ΘΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Από πολύ παλιά στην ιστορία της ποινικής δικαιοσύνης το θύμα του εγκλήματος διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στη λειτουργία και την εξέλιξη της ποινικής δίκης. Αν η τελική λέξη στη διάπραξη του εγκλήματος προφέρεται από τον εγκληματία, είναι πάντως πολλές οι περιπτώσεις, όπου ο ρόλος του θύματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την πρόκληση, την τέλεση, τη δίωξη του εγκλήματος και ακόμη, για την πρόληψη του εγκλήματος ή το σωφρονισμό του εγκληματία.

Θυματολογία είναι ο ειδικός εκείνος κλάδος της Εγκληματολογίας, ο οποίος μελετά το θύμα ως κοινωνικό παράγοντα του εγκλήματος και το ρόλο τούτου στην πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας. Θυματολογία είναι η επιστήμη του θύματος του εγκλήματος.

“Read More”


  • 0

ΟΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΙ Ή ΠΟΙΝΙΚΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΟΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΙ Ή ΠΟΙΝΙΚΟΙ ΚΛΑΔΟΙ

ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Εγκληματολογικοί ή ποινικοί ονομάζονται εκείνοι οι κλάδοι της νομικής επιστήμης οι οποίοι έχουν σαν επίκεντρο ενδιαφέροντος το έγκλημα.

Οι εν λόγω κλάδοι έχουν κοινό αντικείμενο έρευνας και μελέτης το πρόβλημα του αντικοινωνικού φαινομένου του εγκλήματος σε όλες του τις διαστάσεις και κοινό σκοπό την περιστολή της έκτασής του είτε με την πρόληψη είτε με την καταστολή του.

Οι εγκληματολογικοί ή ποινικοί κλάδοι της νομικής επιστήμης διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: τους δικαιϊκούς και στους μη δικαιϊκούς κλάδους.

Στην α΄ κατηγορία ανήκουν οι κλάδοι που επιδιώκουν την ικανοποίηση του κοινού σκοπού μέσα από δικαιϊκές ρυθμίσεις:

  1. Ουσιαστικό ποινικό δίκαιο ονομάζεται το τμήμα εκείνο του δικαίου, το οποίο περιλαμβάνει τους κανόνες οι οποίοι καθορίζουν ποιες πράξεις αποτελούν εγκλήματα και σε ποιες ποινικές κυρώσεις ή άλλα μέτρα υποβάλλεται ο δράστης τους.

  2. Το σύνολο των κανόνων του δικαίου οι οποίοι ορίζουν τη διαδικασία και τα όργανα εφαρμογής των κανόνων του Ουσιαστικού Δικαίου ονομάζεται Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο ή Ποινική Δικονομία.

  3. Το Σωφρονιστικό δίκαιο περιλαμβάνει το σύνολο των κανόνων οι οποίοι ρυθμίζουν την εκτέλεση των ποινών κατά της προσωπικής ελευθερίας και τα συναφή προς αυτήν προβλήματα, δηλαδή την οργάνωση των σωφρονιστικών καταστημάτων, τους κανόνες μεταχείρισης των κρατουμένων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, την κατάσταση του προσωπικού των καταστημάτων κλπ.

Στην β΄ κατηγορία ανήκουν:

1. Η εγκληματολογία: κλάδος που έχει αντικείμενο έρευνας και μελέτης το έγκλημα και την εγκληματικότητα, τους πρωταγωνιστές του εγκλήματος (δηλαδή τον εγκληματία και το θύμα) και τα μέτρα προς καταπολέμησή του.

2. Η ανακριτική είναι κλάδος που έχει ως αντικείμενα την έρευνα, τη συλλογή, τον έλεγχο και την ερμηνεία του αποδεικτικού υλικού, σχετικά με τη διάπραξη του εγκλήματος και την αποκάλυψη της ταυτότητας του δράστη του, με τελικό σκοπό να συμβάλει στην καταπολέμηση του εγκλήματος μέσα από το δικονομικό μηχανισμό καταστολής του.

3. Η δικαστική ψυχολογία είναι ο εγκληματολογικός κλάδος που έχει αντικείμενο έρευνας και μελέτης την ψυχολογία της ποινικής δίκης γενικά. Ενδιαφέρεται για τα γενικά ψυχολογικά προβλήματα που γεννιούνται από την οργάνωση της δίκης, για τα ειδικότερα ψυχολογικά προβλήματα των: δικαστή, εισαγγελέα, κατηγορουμένου, μαρτύρων κλπ, αλλά και για το σύνθετο πρόβλημα των δικαστικών πλανών.

4. Η σωφρονιστική είναι ο κλάδος με αντικείμενο έρευνας και μελέτης την εκτέλεση των ποινών και των ασφαλιστικών μέτρων κατά της προσωπικής ελευθερίας με σκοπό την κοινωνική προσαρμογή του ατόμου που υποβλήθηκε σε αυτά.

Άλλες επιστήμες που βοηθούν στο έργο της εγκληματολογίας:

Η Βιολογία μας βοηθά αναφορικά με την αιτιολόγηση του εγκλήματος (στην έρευνα λ.χ. των χρωμοσωμάτων, της λειτουργίας των ενδοκρινών αδένων κ.α.)

Η Ιατρική (στα θέματα της νεκροτομής, της εξέτασης και εκτίμησης των σωματικών βλαβών κ.α.)

Η Χημεία (σε θέματα αγορανομικών εγκλημάτων, ελέγχου της παλαιότητας γραπτών κειμένων κ.α.)

Τα Μαθηματικά ( σε επίπεδο της εγκληματολογικής στατιστικής)

Η Αρχιτεκτονική (λ.χ. στην πρόληψη του εγκλήματος δια πολεοδομικής μελέτης και σχεδιασμού, στην κατασκευή των σωφρονιστικών καταστημάτων κ.α.).

Οι βοηθητικοί κλάδοι της εγκληματολογίας είναι: η Ιατροδικαστική και η Δικαστική Ψυχιατρική, καθώς και η Στατιστική.

Αντεγκληματική Πολιτική είναι η έννοια με την οποία επιλέγονται τα ενδεικνυόμενα κατά περίπτωση μέτρα για την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση του εγκλήματος.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ?

Εγκληματολογία ονομάζεται ο εγκληματολογικός κλάδος της νομικής επιστήμης, ο οποίος έχει ως αντικείμενο έρευνας και μελέτης το έγκλημα ως ατομικό βιοκοινωνικό γεγονός και ως κοινωνικό φαινόμενο, τους πρωταγωνιστές του (εγκληματία – θύμα), καθώς και τα μέτρα προς καταπολέμησή του.

1. την εγκληματολογία την ενδιαφέρει βασικά το έγκλημα (ως ατομικό βιοκοινωνικό γεγονός που συμβαίνει στη ζωή ενός ατόμου μέσα σε ένα ορισμένο κοινωνικό περιβάλλον, όσο και ως κοινωνικό φαινόμενο, που παρατηρείται στη ζωή κάθε κοινωνίας).

2. η εγκληματολογία ξεκινά από την περιγραφή των πρωταγωνιστών του, ερευνώντας τα αίτια στα οποία μπορεί να οφείλεται η εμφάνιση του εγκλήματος, όπως και η προσωπικότητα του δράστη και οι παράγοντες που συνέλαβαν στη διαμόρφωσή τους.

3. η βασική εγκληματολογική έρευνα αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του κοινού σκοπού, της καταπολέμησης του εγκλήματος. Μέσα από τα πορίσματα των ερευνών της εγκληματολογίας προσδιορίζονται τα μέσα και οι τρόποι της πιο αποτελεσματικής αντεγκληματικής πολιτικής. Και αντίστροφα, ο επιδιωκόμενος τελικός σκοπός καθορίζει τη έκταση των ενδιαφερόντων της εγκληματολογικής έρευνας.

ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΡΕΥΝΑΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ

  1. η μελέτη και ανάλυση ατομικών περιπτώσεων εγκλημάτων και εγκληματιών: με αυτήν επιδιώκεται η σε βάθος έρευνα προκειμένου να διαπιστωθούν οι παράγοντες που συνέλαβαν στη διαμόρφωση εγκληματικής προσωπικότητας, οι λόγοι – αίτια, κίνητρα, αφορμές – που οδήγησαν στη διάπραξη του εγκλήματος κλπ. (πρόκειται στην ουσία για έρευνα τόσο ψυχολογική όσο και κοινωνιολογική).

  2. η μελέτη και ανάλυση μιας ομάδας ομοιογενών περιπτώσεων (εγκλημάτων του ίδιου είδους, με κοινά χαρακτηριστικά, λ.χ. ηλικία, τόπο κατοικίας, επάγγελμα κλπ), με την οποία επιδιώκεται να διαπιστωθούν τα κοινά σημεία ή χαρακτηριστικά που απαντούν στις κατιδίαν περιπτώσεις της ερευνώμενης ομάδας.

  3. η παρακολούθηση της εξέλιξης για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ορισμένων περιπτώσεων, συνήθως ατόμων που κατά την έναρξη της παρακολούθησης διακρίνονταν για ορισμένα χαρακτηριστικά (π.χ. από διαλυμένες οικογένειες, από την ίδια συνοικία κ.α.) ή είχαν υποβληθεί σε ορισμένο μέτρο (λ.χ. είχαν υποβληθεί σε βραχυχρόνια ποινή φυλάκισης ή έκτιση ποινής που είχε ανασταλεί κ.α.). σκοπός της παρακολούθησης είναι η σημασία του παράγοντα που ενδιαφέρει η αποτελεσματικότητα του μέτρου που έχει επιβληθεί για μελλοντική τροπή ή μη τροπή του ατόμου στο έγκλημα.

  4. η στατιστική μέθοδος είναι η παλαιότερη μέθοδος έρευνας του εγκλήματος, ως καθολικού κοινωνικού φαινομένου. Με αυτήν συνάγονται συμπεράσματα αναφορικά με τη συχνότητα ορισμένων εγκλημάτων σε ορισμένο πληθυσμό, με τη συχνότητα ορισμένων παραγόντων σε σχέση με ορισμένα εγκλήματα ή συμπεράσματα αναφορικά με τον τόπο, τον χρόνο ή τον τρόπο τέλεσης ορισμένων εγκλημάτων.

  5. τα ανώνυμη ερωτηματολόγια ή προφορικές ερωταποκρίσεις, που τις περισσότερες φορές απευθύνονται στο άτομο ως δράστη εγκλήματος ή ως θύμα εγκλήματος. Σκοπός τους είναι να συλλέγουν πληροφορίες σχετικά με το έγκλημα και τον εγκληματία που δεν περιέχονται στα αστυνομικά δελτία και σε άλλες στατιστικές.


  • 0

ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Με τον όρο εγκληματικότητα εννοείται το σύνολο των εγκλημάτων που διαπράττονται σε ορισμένη τοπικά και χρονικά κοινωνική ομάδα.

Άρα, η έννοια της εγκληματικότητας απαρτίζεται από δύο συστατικά στοιχεία (:κοινωνική ομάδα και έγκλημα) και δύο προσδιοριστικούς όρους (:τόπος και χρόνος).

Ως κοινωνική ομάδα λαμβάνεται το σύνολο του πληθυσμού μιας πολιτείας (π.χ. η εγκληματικότητα στην Ελλάδα, στη Γαλλία κλπ). Αυτό γίνεται, επειδή μια τέτοια κοινωνική ομάδα διέπεται από την ίδια ποινική νομοθεσία.

“Read More”


  • 0

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥ

Ερμηνεία των κανόνων δικαίου είναι η εργασία η οποία μας διευκολύνει να κατανοούμε το νόημα των κανόνων δικαίου. Δεν πρέπει να παίρνουμε ως δεδομένο το περιεχόμενο κάθε κανόνα δικαίου. Για να εφαρμοστεί ένας κανόνας δικαίου πρέπει να έχουμε καταλάβει πλήρως ποιό σκοπό εξυπηρετεί, τι θέλει να ρυθμίσει κλπ.

Ένα πρώτο σημείο αναφοράς είναι το γλωσσικό, το γράμμα, όπως λέμε, του κανόνα δικαίου. Ξεκινάμε δηλ. να ερμηνεύσουμε τον κανόνα δικαίου από το γράμμα της διάταξης, το κείμενο του νόμου, τις λέξεις που χρησιμοποιεί. Μ’ αυτήν (τη λεγόμενη γραμματική ερμηνεία) κατανοούμε τις ασάφειες του κειμένου ή αποκωδικοποιούμε τη σημασία μιας λέξης ή μιας νομικής έκφρασης.

“Read More”


  • 0

ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Νομικά πρόσωπα είναι ενώσεις προσώπων ή σύνολο περιουσίας που επιδιώκουν ή εξυπηρετούν έναν ορισμένο κοινό σκοπό κι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Έχουν ορισμένη οργάνωση, διοίκηση κι εκπροσώπους.

Όπως και τα φυσικά πρόσωπα έτσι και τα νομικά, έχουν ιδιότητες που τους δίνουν ταυτότητα. Έχουν επωνυμία (όνομα), ιθαγένεια και έδρα (κατοικία).

“Read More”


  • 0

ΙΕΡΑΡΧΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ

EIΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΙΕΡΑΡΧΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ

Οι νόμοι είναι καταρχήν ίσοι μεταξύ τους. Γι’ αυτό το λόγο είπαμε παραπάνω ότι ο νεότερος νόμος καταργεί παλαιότερο νόμο με αντίθετο περιεχόμενο. Ο νομοθέτης δεσμεύεται μόνο από το Σύνταγμα.

Το ίδιο το Σύνταγμα όμως προβλέπει 2 εξαιρέσεις νόμων μεγαλύτερης τυπικής ισχύος από άλλους νόμους. Αυτό ισχύει α. για τις διεθνείς συμβάσεις που με τη νομοθετική τους κύρωση καθίστανται αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού εσωτερικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη διάταξη νόμου και β. για τους νόμους που για λόγους προσέλκυσης κεφαλαίων του εξωτερικού στη χώρα μας παρέχουν προστασία στα κεφάλαια εξωτερικού και τους οποίους το Σύνταγμα τους αναφέρει ως νόμους αυξημένης τυπικής ισχύος.

“Read More”


Ο ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

ΜΑΣ ΑΚΟΥΤΕ ΚΑΙ ΣΤΟ LIVE 24

HMG WEB RADIO

ΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ HELLENIC MEDIA GROUP

Hellenic Bodyguards Association

ΧΟΡΗΓΟΣ VEDICOR SECURITY

ΧΟΡΗΓΟΣ FACILITY CS

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Η ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ ΜΕΛΟΣ ΔΙΚΤΥΟΥ

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ ΜΕΛΟΣ ΔΙΚΤΥΟΥ

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ ΜΕΛΟΣ ΔΙΚΤΥΟΥ

Πρόσφατα άρθρα